metanastes

                                   Ο μισεμός              

                                            ( ξενιτεμός - εκπατρισμός )

 

 

Αφήγηση από Αλεξάνδρα Νικ. Μακρή το γένος Ευαγ. Σακελλάρη 13-6-1987 Φτέρη.

 

Ως γνωστό κατά τις πρώτες 10ετίες 1900 το μεταναστευτικό ρεύμα προς την πλούσια Αμερική ήταν ιδιαίτερα διογκωμένο. Κατά δεκάδες τα ελληνόπουλα από κάθε χωριό ταξίδευαν από διάφορα λιμάνια της Ελλάδας και της Ευρώπης προς τη Μεγάλη Χώρα.

    Συνήθιζαν, παραμονές της αναχώρησής τους ν' ανταμώνουν σε κάποιο μαγαζί ή σπίτι με τις οικογένειές τους και να γλεντάνε μέχρι πρωίας. Πού τότε τα ηλεκτρονικά μέσα μουσικής να συμβάλλουν με τους δυνατούς τους ήχους στη συγκινητική μεγάλη εκδήλωση του χωρισμού;  Μερικοί απ' αυτούς δεν επέστρεψαν ποτέ στην Πατρίδα, αφήκαν τα κοκαλά τους στην ξένη γη.

    Η εν λόγω γηραιά θειά Αλεξάνδρα (1900 - 29/8/1996) θυμάται ένα απ' τα τραγούδια που τραγουδούσαν τα, για την ξενιτιά, παιδιά:

«Φύτρωσε στη βιτρινίτσα

πού  ναι τά  μορφα κορίτσια

που με βάλανε στη μέση

να φιλήσω ποια μ' αρέσει.

 

Να φιλήσω τη Βασίλω

που ναι κόκκινη σα μήλο

να φιλήσω την Κωστάντω

ειν' ψηλή και δεν τη φτάνω

 

Να φιλήσω την Ελένη

τη ζαχαροζυμωμένη

να φιλήσω τη δασκάλα

είναι άσπρη σαν το γάλα.

 

Πού να πάω να φυτρώσω

σκιάζουμαι μη μαραζώσω!.

 

Το τραγουδούσαν το 1910 ο Κώστας Ζούκας (συγγενής Λάμπ. Χ. Σταμοκώστα) και ο Κώστας Μπίκας.

 

Παρόμοια εκδήλωση γινόταν και όταν οι κληρωτοί νέοι του χωριού, πριν αναχωρήσουν για κατάταξη στο Στρατό, γλεντοκοπούσαν όλη νύχτα και το πρωί, ομαδικά αναχωρούσαν για το Χάνι του Ανδρίτσου (παρόχθια της γέφυρας Παλαιοβράχας), στο οποίο έφθανε μέχρις εκεί το αυτοκίνητο να τους παραλάβει, δεδομένου ότι μέχρις εκεί έφθανε ο δρόμος για τα χωριά μας.

Αν ήταν χειμώνας και το ποτάμι είχε πολύ νερό ήταν ειδικά συνεργεια περατάρηδων με τα αλογομούλαρά τους, οι οποίοι γνώριζαν τα αβαθή της κοίτης του Σπερχειού και με κάποιο αντίτιμο σε περνούσαν απέναντι.

Υπήρχε το έθιμο, αλλά και το συναίσθημα του χωρισμού που οι μανάδες και συγγενείς των αναχωρούντων για το στράτευμα νέων,να τους συνοδεύουν μέχρι την Ανατολική άκρη του χωριού, (όπου σήμερα το σπίτι Ζέρβα) , κρατώντας αποχαιρετιστήρια μαντήλια πότε να τα κουνάνε και πότε να σκουπίζουν τα δάκρυα του χωρισμού. Πολλές ήταν αυτές που περίμεναν εκεί μέχρι να διαβούν, αν ήταν χειμώνας, το επικίνδυνο ποτάμι, κουνώντας κατά διαστήματα τα μαντήλια τους, όπως  και τα παιδιά τα δικά τους.

    Σε μια τέτοια περίπτωση μια απ τις μανάδες και κάτω από το τσουχτερό κρύο, τα είχε τσούξει μαζί με τα παιδιά κατά το γλέντι, ενώ οι άλλες έτρεμαν απ το κρύο εκείνη είχε ξεθηλικωθεί και χαιρετούσε διαρκώς τα παιδιά, τα οποία μόλις έφθσαν στο χάνι είπε: Αϊ! θα πάει καλά το παιδάκι μ, έφτιαξε ο καιρός!

 

Αυτά για να θυμόμαστε και λίγο απ τα παλιά.

 

Βασίλης Σταμοκώστας Φτέρη και πάσης Ελλάδος 25/11/2019.