mitrakis  Διάφορες διαχρονικές αφηγήσεις Δημητρίου Γεωρ. Σταμοκώστα (1904-31/12/1997).

 

α). Το όργωμα των χωραφιών γινόταν με ξυλάλετρο, με βόδια ή με αλογομούλαρα. Για το σαλάγημα των βοδιών – αγελάδων οι γεωργοί χρησιμοποιούσαν ένα σιδερένιο αιχμηρό, από τη μια μεριά, όργανο σαν κλαδευτήρι που το ονομάζανε «β’ κέντρα ή φ’ κέντρα» ήτοι: βουκέντρα (βου κέντρα), ενώ το αλώνισμα μόνο με άλογα κατά προτίμηση πεταλωμένα.

Όπως θυμήθηκα από τις πρώτες 10ετίες του 1910 τα αλώνια ήταν σε κοινόκτητο χώρο πρώτα στα Βαρκά εκεί που είναι το σταυροδρόμι και το πηγάδι και αργότερα στον Ξεριά. Το πηγάδι το κτίσανε κάποιοι Κοντοδημαίοι από το Νικολίτσι το 1917.
β). Για την είσπραξη του φόρου των αγροτικών προϊόντων προσέρχονταν από πλευράς Αρχών, ένας χωροφύλακας, με φουστανέλα, και ένας εφοριακός υπάλληλος. Και από πλευράς Κοινότητας ο πρόεδρος ή ο αγροφύλακας. Πρόεδρο θυμήθηκα έναν Τσελεπαντώνη (το πραγματικό του όνομα ήταν Κολοκύθας Αντώνιος). Ο τρόπος είσπραξης γινόταν ως εξής:
Όταν καθαριζόταν ο καρπός από τα λοιπά περιττά περιβλήματα ή κοτσάνια, ο ιδιοκτήτης τον μάζευε σωρό σε σχήμα πυραμίδας στο αλώνι και καλούσε τους αρμόδιους να εκτιμήσουν την ποσότητα και την αναλογία του φόρου για το Κράτος. Προσερχόμενοι οι αρμόδιοι, σημάδευαν με έναν κύκλο τη βάση του σωρού περιμετρικά (σιταριού, καλαμποκιού, τριφυλλόσπορου, φακών, ροβιθιών, φασολιών κλπ.) και εν συνεχεία με ένα στυλιάρι το οποίο κουβαλούσαν μαζί τους, το έμπηγαν στην κορυφή του σωρού μέχρι τη βάση και όση ποσότητα έβγαινε εκτός σημαδεμένης περιμέτρου ήταν η αναλογία του φόρου. Εάν ο σωρός ήταν πολύ μεγάλος έκαναν και δεύτερη τρύπα μέχρι τη βάση του σωρού, οπότε η φορολογία αυξανόταν.
Η ποσότητα που χωρούσε σ’ ένα γκαζοντενεκέ λεγόταν κιλό.
γ). Στις πρώτες αυτές 10ετίες του 1900 άρχισαν να κτίζονται οι καλύβες στα Βαρκά με στέρεα υλικά, εγκαταλείποντας αυτές που πρωτοείχαν στεριώσει στη Μαυρόρραχη – Κοδετσά.
Από όσα μου έλεγε ο πατέρας μου (1873-1954), ο παππούς μου Βασίλειος Γεωρ. Σταμοκώστας (1838-1905) παρέμεινε στην καλύβα στον Κοδετσά διατηρώντας κοπάδι προβάτων και μελίσσια και το χειμώνα ξεχείμαζε εκεί. Εγώ δεν τον θυμήθηκα, αυτά μου τα έλεγε ο πατέρας μου με τη μάνα μου (1876-1972).
«Παρένθεση γράφοντος: Δεν θυμάμαι το όνομα της εγκυκλοπαίδειας (10ετία 1970) και παρά το ότι είχα κρατήσει σημειώσεις και τις έχασα, θυμάμαι πολύ καλά ότι σε κάποια απογραφή πληθυσμού, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, καταγράφηκαν στα βλαχοκόνακα της Μαυρόρραχης – Κοδετσά 35-40 άτομα, ως βλαχοποιμένες».
δ). (Ντοπιολαλιά. Στην Κατοχή (1942-1943) ισείς τα μικρά είχατι Καρκαλέτσι (κοινώς Κοκίτη) κι σας πήγαμι του Καλοκαίρ’ μερικές μέρις για παραθέρισμα κι καθαρό αέρα - μήπως ήταν καλύτερα - στην Απάν Φτέρ’, στου παλιόσπ’του. Τι τα θέλεις όμους: Η Αθανασία έβηχι συνέχεια κι της έφιυγαν από πίσου. Γκαχ πριτς!
Ισύ ξιγκουκόπ’κις (έσπασε το περιτόναιο στη βουβωνική χώρα), σας πήραμι κι ήρθατι άρουν άρουν κάτ’.
Ήρθι κι σι είδι ου γιατρός ου Θραψίμ’ς, ου νουνός σ’, κι διέταξι αμέσους να φορέεις ειδική ζώνη κι να πίνεις δυο φουρές τη μέρα γ’μαρόγαλου. Παρήγγειλαμι στη Λαμία τα μέτρα κι ήρθι η ζώνη αμέσους.
«Γράφων: Αυτές τις ζώνες τις κρατώ ακόμη καλή κατάσταση, σε σημείο που ίσως κάνουν και για μουσείο, πέτσινες με ειδικά τριγωνοειδή μαξιλαράκια να εμποδίζουν την όποια πίεση προς τα έξω στα επικίνδυνα διατρυπημένα σημεία, προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασης, και το σοβαρότερο, αποφυγής συνεπειών και στα γεννητικά όργανα.
Επειδή για το τελευταίο είχαν αρχίσει ήδη οι ψίθυροι μεταξύ των κατοίκων, η μάνα μου τό φερε βαρέως, δεν έχασε την ευκαιρία σε κανα - δυο επισκέψεις των γειτόνων στο σπίτι, να κατεβάζει το βρακί μου και να δείχνει την αρτιότητα της αρσενικής μου περιουσίας»!
kili
Επανερχόμαστε στην αφήγηση του πατέρα: Ντοπιολαλιά:
Γ’μαρόγαλου ηύραμι ιπίσις αμέσους απ’ τ’ς γ’μάρις τ’ Σουτήρ’ τ’ Θραψίμ’ κι τ’ Κουμπουρλου-Χρήστ’ απ ούταν φρισκουγιννημένες.
«Θυμάμαι το παιδομάνι της γειτονιάς που μαζευόταν τσούρμο στην πόρτα του δωματίου για να δουν πως θα τρώω το Γαϊδουρόγαλο». Τελικά αυτό με γιάτρεψε, μαζί και τις Αθανασίες (αδερφή μου και ξαδερφή μου)» ε). Προφορά κανονική: «Στην παλιά εποχή, η ύπαρξη γαϊδουριού στο σπίτι ήταν τόσο αναγκαία, όπως σήμερα, το ΙΧ αυτοκίνητο και ακόμη περισσότερο».
Πριν πολλά χρόνια είχε αρρωστήσει η γαϊδούρα του Φωτο-Μήτρου (Δημ. Φ. Σταμοκώστα, 1874-1946) και η Μήτραινα (Αργύρω το γένος Μπαλτσάκη 1878-1918) – πέθανε στην ισπανική γρίππη) - τό φερνε βαρέως, τί θ’ απογίνουν αν τύχει και ψοφήσει η γαϊδούρα. Παρακαλούσε μέρα – νύχτα την Παναγία Προυσιώτισσα να κάνει το θαύμα της κι αν γινόταν καλά θα της τήν πήγαινε φορτωμένη με δυο σακιά σιτάρι. Δεν άντεξε ο παππούς Μήτρος και της λέει: Μην κάνεις έτσι βρε γυναίκα, άσε να γίνει καλά πρώτα και βλέπουμε!...
στ). «Διαχρονικά η χαρτοπαιξία ήταν σαράκι από τα πολύ παλιά χρόνια. Δεν ήταν λίγοι αυτοί, που δοκίμαζαν την τύχη τους στα χαρτιά, πλούσιοι και φτωχοί, και έχαναν ακόμη και ολόκληρες περιουσίες. Έπαιζαν πότε σε μαγαζιά και πότε σε σπίτια»
Σε μια των περιπτώσεων γύρω περίπου στα 1915-1920 στο καφενείο Καραγιάννη χαρτόπαιζαν και οι αδελφοί Γιώργος και Σπύρος Κατσίκας. Είχε ξημερώσει και στο σπίτι δεν είχαν φανεί.
Εξοργισμένη η Γιώργαινα για το κατάντημα, δεν άντεξε. Πήγε στο στάβλο, πήρε στις χούφτες της σβουνιές και ξεκίνησε για το καφενείο, με πρόθεση να τους τις πετάξει επάνω τους, ως δείγμα ότι αυτό που κάνουν τόσο αξίζει!
Πρωί πρωί όπως πήγαινε βρίσκει στο δρόμο της τον Βαγγέλη Δημητρέσσα, ο οποίος τη ρωτάει: Που πας Γιώργαινα; Α! σ’ αυτούς τ’ς κιαρατάδις. Άι Γιώργαινα μ’, απ’ αυτούς τους κιαρατάδες είμαι και γω!
Η Γιώργαινα συνέχισε με το ίδιο γινάτι και φθάνοντας στην πόρτα άρχισε να τη χτυπάει και να τους καταριέται. Απάντηση όμως δεν έπαιρνε. Αναγκάστηκε, για να μη φύγει τελείως άπρακτη και να ξεθυμάνει και λίγο, να πασαλείψει τις πόρτες του μαγαζιού με τις σβουνιές και έφυγε!
ζ). Τα χρόνια εκείνα που οι νοικυραίοι για το ζύγισμα των προϊόντων χρησιμοποιούσαν την παλάντζα ή το καντάρι ο Κολοκυθο-Μήτρος και ο Κυρκο-Γιώργος ζύγιζαν καλαμπόκι και ο μεν Κύρκος έλεγε: τρεις τρύπες νια ουκά, ο δε Κολοκύθας απαντούσε: Βρε τέσσερις τρύπες νια ουκά! Τελικά τη διαφορά την έλυσαν τρίτοι. Σημειώνεται ότι πάνω στον σιδερένιο τετράγωνο πήχη ήταν σταμπαρισμένα τα σύμβολα του ζυγιού.
η). Ο μπάρμπας μου Φάνης Κύρκος όταν πήγαινε σε φιλικό σπίτι για νυχτέρι, αντί να χτυπήσει την πόρτα εισόδου των νοικοκυραίων να του ανοίξουν, χρησιμοποιούσε άλλη μέθοδο: Έπαιρνε μια σκληρή πέτρα και χτυπούσε τον τοίχο συνθηματικά. Η ληστοκρατία ήταν σε μεγάλη εξέλιξη τα παλιά χρόνια και οι ληστές χρησιμοποιούσαν όλες τις μεθόδους για να ξεγελούν, όπως και σήμερα, τους νοικοκυραίους ν’ ανοίξουν την πόρτα της κανονικής εισόδου.
θ). Για να μπορεί η μάνα μου να πηγαίνει στα χωράφια να δουλεύει και νά ’χει το κεφάλι της ήσυχο, γιατί ο πατέρας μου ήταν στην Αμερική (είχε κάνει τρία ταξίδια), μας κλείδωνε μέσα στο παλιοκόνακο, τον Βασίλη, εμένα και τον Νίκο και έπαιρνε τα άλλα μικρότερα τρία, όλα κορίτσια, κοντά της. Μας άφηνε από ένα κομμάτι ψωμί και μας διάταζε, άμα θέλουμε να κατουρήσουμε: Να απ’ αυτή την τρύπα θα κατουράτε!
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εργασίας στα χωράφια επινοήθηκε και δόθηκε άλλη λύση, όπως ο τσοπάνης με το κοπάδι. Οι τρεις συγγενείς οικογένειες Λάγιου Θανάσαινα από Καμπιά, Στυλιανή Κ. Κύρκου και η μάνα μου, μας αντάμωναν υπό τύπον κοπαδιού και φύλαγαν εκ περιτροπής τα νήπια που δεν πήγαιναν στο Σχολείο, τα οποία πήγαιναν για παιχνίδια και όσα πήγαιναν στο Σχολείο τα επέβλεπε ο δάσκαλος. Το πρωί έπιναν όλα από ένα κύπελο γάλα από ένα μικρό καζανάκι της Στυλιανής και ξυπόλυτα με μια πουκαμίσα από πάνω τους κορίτσια κι αγόρια ξεχύνονταν για παιχνίδια και όσα πήγαιναν στο Σχολείο ντύνονταν καλύτερα .Έτσι απασχολούνταν μόνο μια μάνα απ’ τις τρεις και οι άλλες δυο μπορούσαν και δούλευαν στα χωράφια.
ι). Επειδή δημιουργούνταν συνέχεια προστριβές με τους παλαιοβραχινούς (κατά τις πρώτες 10ετίες του 1900) για τα σύνορα, με πρωτοβουλία του Βαγγέλη Σακελλάρη, προέδρου της Φτέρης, αποφασίστηκε από κοινού να τοποθετηθούν ειδικές μεγάλες πέτρες σε συγκεκριμένα σημεία. Κατόπιν της τελικής συμφωνίας ο πρόεδρος της Φτέρης ως αρχιμάστορας της πέτρας βρήκε μεγάλη άσπρη σκληρή πέτρα και την τρύπησε στο κέντρο, η οποία τοποθετήθηκε παρουσία επιτροπής στο Β.Α. σύνορο της τοποθεσίας Κοδετσά. Μετά από κάποιο καιρό το ίδιο έκανε και με τα σύνορα των Καμπιών, με τα οποία ουδέποτε οι Φτεριώτες είχαν το παραμικρό πρόβλημα. Μάλιστα λέγεται πως μέχρι την κορυφογραμμή του Αϊ-Λια Καμπιών ενδιάμεσα και κατά μήκος του συνόρου έφτιαχναν λάκκους, στους οποίους έβαζαν κάρβουνα, τα οποία δεν φθείρονταν από το χρόνο.
«Σημείωση: Κατά τις προστριβές αυτές με τους παλαιοβραχινούς για τα σύνορα, σημειώνονταν τακτικά επεισόδια με πετροπόλεμο και άλλα επικίνδυνα μέσα, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων. Κατά ομολογία συνομηλίκων του πατέρα μου, αρχηγός στην αντιμετώπιση των παλαιοβραχινών ήταν ο πατέρας μου δεδομένης της ευρωστίας του και της γενναιοψυχίας του με αποτέλεσμα όταν τον βλέπανε, στο αντίπαλο στρατόπεδο, φωνάζανε: Έρχεται ο Μητράκης και το βάζανε στα πόδια!! (Μαρτυρίες: Γεωργούλα Β. Θραψίμη, Δημ. Γεωρ. Λαγός κλπ.). Το παράδοξο είναι ότι οι περισσότεροι τον γνώρισαν και τον θυμούνται ψηλό μεν, αδύνατο δε. Τότε όντως ήταν ρωμαλέο παλικάρι)! Ιδού η φωτογραφία του.
mitrakisfantaros
Εν τούτοις, παρά τα σύνορα που κάθε φορά έβαζαν, υπήρχε διαρκής δυσπιστία σε σημείο να σχηματισθεί Επιτροπή από εκπροσώπους της Νομαρχίας η οποία επελήφθη του θέματος με επίσημο πρακτικό το
1933, το οποίο ο γράφων το συμπεριέλαβε στο βιβλίο του Ελλάδα πατρίδα μου Φτέρη χωριό μου και το οποίο πρέπει φυσιολογικά να υπάρχει και στα Αρχεία της Κοινότητας και του Συλλόγου.
Του πρακτικού αυτού έγινε χρήση κατά την επίσης διένεξη με την Κοινότητα Παλαιοβράχας, κατά την περίοδο 1983-4, όπου τελεσιδίκησε στα δικαστήρια για την πηγή Κουφόλογγος, υπέρ ημών. Μάλιστα στη θέση ΔΥΟ ΔΕΝΔΡΑ τα οποία ξεράθηκαν ο Σύλλογος απανταχού Φτεριωτών τοποθέτησε τσιμεντοστήλη με χάραξη της σχετικής χρονολογίας. (Τεχνίτης: Μπακογιάννης Χαράλαμπος+. Περισσότερα στοιχεία στο βιβλίο πρακτικών του Συλλόγου, αν σώζεται)».
ια). Κατά την ίδια περίπου περίοδο στη Λευκάδα λειτουργούσαν δυο νερόμυλοι συγχρόνως στο ίδιο κτίριο, με ιδιοκτήτες τους Σαξωναίους. Εκεί κατέφευγαν όλα σχεδόν τα γύρω χωριά για να αλέσουν τα προϊόντα τους. Αργότερα αυτούς τους Μύλους αγόρασαν Πουγκακιώτες και σιγά σιγά πολλοί από αυτούς άρχισαν να κατεβαίνουν και να εγκαθίστανται στη Λευκάδα.
ιβ). Ο Αναστάσιος Κ. Κύρκος διετέλεσε πρόεδρος της Κοινότητας για μια 4ετία στη 10ετία του 1930. Στη διάρκεια της θητείας του αυτής πρόσεξε ιδιαίτερα τον κάμπο με προτεραιότητα στη διευθέτηση των χειμάρρων Ρουστιανίτη, Βαρσάμως – Μαντήλας και Κυραπιάνη, φτιάχνοντας παλαίστρες στα πιο επικίνδυνα σημεία, γιατί προκαλούνταν μεγάλες καταστροφές στα χωράφια από πλημμύρες, τα οποία οι πρόγονοί μας με σκληρές στερήσεις και ασταμάτητη δουλειά Χειμώνα – Καλοκαίρι κατόρθωσαν να διαμορφώσουν, ξεχερσώνοντας και κουβαλώντας πέτρες στην πλάτη, να φτιάξουν δυο στρέμματα χωράφι και να ταΐσουν τις φαμελιές τους το πολύτιμο ψωμάκι, έστω και με καλαμπόκι.
«Λείψανα αυτών των γολγοθάδων συναντάμε σήμερα βόρεια του ερειπωμένου μύλου της Μαυρόρραχης προς το μέρος του Κοδετσά και κατά μήκος του Κυραπιάνη, που μοιάζουν σαν στρούγκες. Τότε τις ονόμαζαν λιθαρόστρουγκες, όπως περιγράφονται και στα μεταγενέστερα συμβόλαια αγοροπωλησιών».
ιγ). Ο πατέρας του Θανάση και Φάνη Κύρκου ο Γερο-Γιάννης όπως τον αποκαλούσαν, ήταν παππούς μου, μπάρμπας του πατέρα μου. Έπασχε από βαριά βαρυκοΐα και είχε ένα οργανικό ελάττωμα. Δημιουργούσε ο οργανισμός του - γαστρεντερικό του σύστημα – πολλά αέρια.
Όπως πήγαινε ένα πρωί με το φτυάρι στον ώμο, για να ποτίσει ένα χωράφι, στη θέση Ξεριά, από πίσω του πήγαινε ο Λευτεράκης ο Τζώρτζος, κι ο Γερο-Γιάννης βρήκε την ευκαιρία να ξελαφρώσει κι άρχισε «να παίζει εμβατήρια » και κατά διαλείμματα έβγαζε φωνή ανακούφισης: Αάι- χάι-χάιιι.. Οπότε ο ακολουθών Λευτεράκης άρχισε να τον περιποιείται με διάφορα κοσμητικά: Κέρατο, κέρατο, κλάνεις και ευχαριστείσαι! Εεε..
Στο χούι αυτό είχε εξ ίσου επαρκείς επιδόσεις και η κόρη τού γερο-Γιάννη, η Βαγγέλω, αδερφή του Θανάση και Φάνη, και κατά το παρατσούκλι του άνδρα της η Τουμπανίνα. Ήταν γυναίκα ενός εκ των συνωνύμων Γεώργηδων Πλιατσικαίων. Προς αποφυγή συγχύσεων ο μπάρμπας μου Δημήτριος Γεωρ. Τσιτούρας μου έδωσε τις απαραίτητες διευκρινίσεις.
 
Βασίλης Δ. Σταμοκώστας Φτέρη 2021